Εικόνα

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Στο σαλόνι της παλίρροιας
παίξαμε με τα νερά
πάνω στα βελούδινα καθίσματα όλη νύχτα.

Μας είχαν πει σαν μπαίναμε στο σπίτι
ότι αυτό κάποτε
θα γινότανε λίμνη
και περιμέναμε αιώνες στον προθάλαμο.

Στην πρώτη μεσουράνηση
απαλλαγμένοι από κάθε πανωφόρι
έκπληκτοι από την προσμονή
μ’ αβέβαιο βήμα σταθήκαμε εκεί
που θα μας φώτιζε
καλύτερα η γεμάτη σελήνη.
Στο μεταίχμιο δηλαδή
που όριζε το Ανατολίτικο χαλί
προτού μας βρει η Δύση.
Ήρθε το πρώτο κύμα
κι έβρεχε τα πόδια σαν γαργάλημα
της ηδονής η στάθμη
έξω ακούγονταν ήδη οι βομβαρδισμοί.

Στο καταφύγιο
σ’ αυτή τη σάλα την ζεστή ακτή
τα σώματά μας ανοιγόκλειναν
σε πλήρη εναρμόνιση με τη φύση.

Φούσκωσαν τα μάγουλα
από γλυκό νερό
ίσαμε την αμφιλύκη.

Σοφία Περδίκη

 

παλλιροια

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΡΟΥΜΑΝΙΑ

Ένα καλοκαίρι
από τα «προσεχώς»
θα ‘ρθουν τα κορίτσια
απ’ το Βουκουρέστι.
Θα ‘χουν στα μαλλιά τους
πλεγμένα κόκκινα λουλούδια
θα φορούν όλα την άσπρη
κεντημένη μπλούζα
εκείνη με τα σταυρωτά μοτίβα
στα πόδια ανάμεσα
θα κρύβουν του μόχθου τον ιδρώτα
ανάμεικτη αποφορά
σκόρδου και τριαντάφυλλου
η Γη κι ο Ουρανός
θα ισορροπούν
στα λευκά τους χέρια.
Με χαμηλωμένα τα μάτια
τα χείλη γεμάτα
τα πηγούνια μικρά
θα ‘ρθουν τα επόμενα καλοκαίρια
τα κορίτσια απ’ τ’ αλώνια.

Για την πείνα τους δεν θα μας μιλήσουν.
Οι αμνοί μας θα σφαχτούν
τα τραπέζια θα στρωθούν
και το τραγούδι ευθύς θα πιάσουν
από ένα σημείο η καθεμιά.
Τα Στολίδια από χρυσάνθεμα
τα κορίτσια που αγαπούμε
από τη Ρουμανία.

Σοφία Περδίκη

Photo: Irina Ionesco - She lives among the ruins, 1973.

Photo: Irina Ionesco – She lives among the ruins, 1973.

 

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΡΑΚΙΑ

Κάποτε τραβάμε
τη μεγάλη χαρακιά
στου νου μέσα το μεδούλι.

Δεν είναι που δεν τα καταφέρναμε
χωρίς αυτήν.
Για τη διάσωση των τύπων
την εξαργύρωση των σιωπηρών
επιταγών
τον λάθρο βίο
η αδιαπέραστη κρούστα
μάς ήταν αρκετή.

Μόνο που να
μαζεύτηκε το πύο πολύ
και πίεσε τον λοβό στο μάτι
ακινητοποίησε τον αυχένα
πάνω σε μαξιλάρια πουπουλένια
σε σημείο φραγής
έφτασε η αορτή
έτσι που παύει η ροή.

Η αιμάσσουσα ψυχή
μ’ εκείνο το άχτι
που θέλει καρφί ή βελόνα.
Τρυπάς.
Σωσμός και πίδακας.

Σοφία Περδίκη
photo: DINO VALLS, "IPSIUS-F-" detail (2007).

photo: Dino Valls, «IPSIUS-F-» detail (2007).

Η ΦΛΟΓΑ

Όταν το όνειρο σπαρταράει
πάνω στα τζάμια
με καταιγιστική ορμή
και γίνεται η εκκένωση
της σκέψης σπίθα
και ανανεώνεται η παροχή
στο πιο λεπτό συναίσθημα
μια φλόγα στο σκοτάδι
άδειου αρχοντικού
δείχνει τα ίχνη της ζωής
τα χνώτα υγραίνουν τους τοίχους
γύρω της.

Κι εκείνη τρέμει, παίζει, σβήνει
και μετά αναθαρρεί
τότε είναι που αλλάζουνε
του Χρόνου οι τεχνίτες
σκαρφαλωμένοι σε στύλους, την τάση
αποκτά η όραση
την πραγματική της έννοια
αντικρίζει για πρώτη φορά
τα αποκεφαλισμένα της είδωλα
αναγνωρίζει και τα σάραντα κύματα
τα προσπερνά
μ’ ένα νεύμα τ’ αποχαιρετά.

Σοφία Περδίκη

 

photo: Krzysztof Kieslowski - La Double Vie De Veronique

photo: Krzysztof Kieslowski – La Double Vie De Veronique

ΣΕ ΦΑ ΜΕΙΖΟΝΑ

Αλλάζει το νόημα
το δέρμα του αφήνει και βρίσκει ξανά
μιλάει μέσα από ταριχευμένες φωνές
-πρέπει να υπολογίσουμε και την μεγάλη απόσταση – 
άλλοτε με χροιά ψιθύρου
που προφυλάσσει από τις ενοχλητικές κραυγές.

Φράζει τις διόδους
με τα νερά των καταιγίδων
πλημμυρίζουν οι αγωγοί
μες στο ποτήρι του μαζεύτηκαν ύδατα όμβρια
κάθε γουλιά του φέρνει ναυτία
στα δάχτυλα μαζεύονται τα συναισθήματα βρύα
ευαίσθητα δάχτυλα χτυπούν στο τραπέζι
τον ρυθμό της ζωής σε φα μείζονα.

Ό,τι υπάρχει το ενθουσιώδες
γίνεται λέξη που από τα χείλη του κατρακυλά
με φόρα σε τοίχο ανύπαρκτο
θραύσματα ελπίδας λεκιάζουν την άγραφη σελίδα
κι η σκέψη βολίδα που αυτομολεί.

Σοφία Περδίκη

 

 photo: Egon Schiele, "Gustav Klimt in blue smock", 1913.

photo: Egon Schiele, «Gustav Klimt in blue smock», 1913.

Ο ΣΚΙΩΔΗΣ

Ο σκιώδης φωτογράφος
των ευαίσθητων στιγμών
αποτυπώνει την υγρασία
πάνω σε λευκά ματ χαρτιά
τη στεγνώνει με μικρά πιστόλια
αεροβόλα και ενίοτε θανατηφόρα.

Του αρέσουν τα είδωλα να είναι
αρκούντως αποξηραμένα
συλλέγει όλους τους χυμούς τους
στον κάδο
με τ’ ανακυκλωμένα αισθήματα
κι αφού τα πολτοποιεί μεθοδικά
αποκτά τη δική του ενέργεια
γίνεται μια μοναχική φωταψία.

Ο σκοτεινός του θάλαμος παίρνει φωτιά.

Από κει και πέρα
καθώς όλα αποκτούν
την επιθυμητή σταχτί απόχρωση
και τα θερμά ήθη
έχουν απανθρακωθεί
ο σκιώδης φωτογραφίζει
γυμνή τη στιγμή.
Την εμφανίζει
μέσα σε κατακάθαρα υγρά
την τινάζει καλά
να φύγει κάθε σπάραγμα
και την τοποθετεί
με ιερή προσήλωση
σε κορνίζα εβένινη.

Αεροστεγώς και εντελώς
προφυλαγμένη.

Σοφία Περδίκη

 

 photo: David Hemmings in a scene from Blow-Up: Directed by Michelangelo Antonioni

photo: David Hemmings in a scene from Blow-Up: Directed by Michelangelo Antonioni

 

ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ανέφελοι ήταν οι ουρανοί τη μέρα
που τα κρόσσια των δρόμων
μας οδηγούσαν σε μια πόλη πλατιά.
Η θάλασσα ξέπλενε τα άκρα της.
Τα ζώα, ταλαιπωρημένα για καιρό
μεταλάβαιναν αλμυρό νερό
έβλεπες από μακριά λεφούσια
να καταφτάνουν στον παράδρομο
καταλάβαινες από τη θέρμη τους
της πόλεως «το ζην επικινδύνως»
οι πόρνες έπνιγαν τα γέλια τους
μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα
φοιτητές στα μπαλκόνια αναφωνούσαν
λες και έλυναν την άλυτη εξίσωση.

Κι όμως διέκρινες τον Άνθρωπο παντού
κακοπληροφορημένο
καθώς οι πίνακες ανακοινώσεων
ομολογούσαν τους παρίες
ως υποκινητές
την ώρα που λυμαίνονταν
τις πλουτο παραγωγικές πηγές
ασπόνδυλα όντα με γραβάτες
για υποστηρίγματα
κολλαρισμένες σε άμυλο μπόλικο.
Τα αδιέξοδα των οδών της Αγάπης
έζεχναν μπαγιάτικο σπέρμα
και η Αγία σοφία είχε ταμπουρωθεί
σε μια στροφή απότομη.

Εμείς, που μόλις είχαμε γεννηθεί
ρόδινοι στην όψη
σταματήσαμε για να τραφούμε
με τον ίλιγγο των λέξεων, πήραμε δυνάμεις
για ν’ αφουγκραστούμε τον κόσμο
θυμάμαι μας προσπέρασε μια πεταλούδα
αναζητούσε το χάδι κι έγινε εφαπτόμενη
την ίδια στιγμή που οι λεωφόροι
ξεπρόβαλλαν παλλόμενες
στην πόλη του κόσμου
την πλατιά και κυνική.

Σοφία Περδίκη

 

photo: Fan Ho, Smokey World, 1959

photo: Fan Ho, Smokey World, 1959

 

ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ

Η μέρα θυμάμαι ήταν ηλιόλουστη
μπορεί και να ήτανε μουντή
πέρασαν καιροί πολλοί και δίσεκτοι
αιώνες ολόκληροι 
πριν τις ερινύες.

Φορούσαμε όλοι τα καλά μας χαμόγελα
ίσως να ήταν, τώρα που το σκέφτομαι, χαμένο το σμάλτο
φθαρμένα λιγάκι από το σφίξιμο της νύχτας
όμως αυτά είχαμε.
Τα ξεκρεμάσαμε απ’ το τσιγκέλι προσεκτικά
πήραμε και τα κλειδιά της απελευθέρωσης
έτσι πιστεύαμε τότε.
Ωστόσο αργότερα μάθαμε ότι τα θεωρήματα
που κουδούνιζαν γύρω από τα τρομαγμένα φαινόμενα
είχαν βγει περιπολία την ίδια μέρα μ’ εμάς
κι έτσι πολλές που ήταν οι κλειδαριές
ανάκατα οι δέσμιοι με τους δεσμοφύλακες. 

Καταφέραμε να φύγουμε από εκείνο το σπίτι
είμαι βέβαιη, θυμάμαι διαλόγους:

– Τι συνέβη;
– Τελείωσε η άμυνα
– Να ξέρεις ότι σε ζήτησα ακέραια
– Φεύγεις με τέτοιον ήλιο για το βουνό;

Μετά ήρθε η κίνηση των δρόμων που πήραμε
η βιαστική κατακρήμνιση των αξιών 
η ενισχυμένη δεκτικότητα στην αναισθησία
η απαρηγόρητη φωνή μου 
– την άκουγα από μακριά – 
το κλείσιμο των ματιών 
και η επανασύνδεση με τον ουράνιο λώρο. 
Μια αργή ανάρρωση που βαφτίσαμε στο αίμα
Ένας επίμονος δεκατιαίος πυρετός
Η φλόγα που έσβησε
Η αυτοαναιρούμενη γλώσσα που προέκυψε.

Σοφία Περδίκη

Craftbook II – Ετερότητα – Μικρές Εκδόσεις (2015).

 

iwa

photo: Andrei Tarkovsky – Ivan’s Childhood (1962)


ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Αραιώνουν οι άνθρωποι
στη μεγάλη πόλη των λέξεων.
Ό,τι συνέθετε τη χάρη αυτού του τοπίου
ό,τι παλλόμενο στα μάρμαρα του πεζού δρόμου
σεργιάνησε, μέχρι που έγινε σκιά
μαύρα κουρέλια βήματα
αποσύρονται βαριά, όπως οι σκέψεις
μετά από περισυλλογή
διαλύονται στην αναπόληση.

Κι ο μέσα αιών της καρδιάς
αργά καλύπτει τα φύλλα
των άρρωστων δέντρων παράγωγα
σε μια λευκή σελίδα.
Με αποφατική εκφορά
λένε «Χαίρετε», ανασηκώνοντας
για λίγο τα καπέλα
ώσπου να πέσει το βέλο στα μάτια
και μετά ερημιά.

Αποσύρονται οι άνθρωποι
όταν περάσει η ώρα, αναίτια, ξαφνικά.

Σοφία Περδίκη

 

u03A3u03A4u0397 u039Cu0395u0393u0391u039Bu0397 u03A0u039Fu039Bu0397 u03A4u03A9u039D u039Bu0395u039Eu0395u03A9u039D

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Στις σπηλιές που τις έγδερνε εξωτερικά ο ήλιος
στις εσοχές των χαδιών από χέρια ψημένα
ήρθαν και κάθησαν δύο περιστέρια.

Κρατούσαν στα ράμφη ένα γράμμα κι ένα πετράδι.
Η πέτρα ήταν μαγνήτης, ο φάκελος είχε περιθώρια ωχρά
Τα μάτια μας έλαμψαν αναζητώντας τις λέξεις στο χώρο
Ύστερα ξαπλώσαμε
στης θάλασσας την επιφάνεια, απαλό κι υγρό το σώμα
άρχισε να υπαγορεύει το περιστέρι
έχοντας τους δυο πόλους στο στόμα
λόγια μεταδοτικά
η γλώσσα του έβγαινε κάθε λίγο προκλητικά
γέμιζε τα περιθώρια, τα μάτια γύριζαν προς τον ουρανό
και χάνονταν μαζί με κάθε προσανατολισμό.
Κι όσο γράφονταν οι σελίδες
κι όσο έπεφτε η ένταση του ήλιου
και τα κοχύλια άνοιγαν πετώντας φλόγες
σχηματίστηκε ατμός
έβγαινε από σιφόνι πήλινο ξεχασμένο στα πλαϊνά πρανή
άρχισε η κατολίσθηση.

Εκείνες τις μέρες στις σπηλιές που τις κύκλωνε εμφατικά ο ήλιος
μέσα στα μεταλλικά νερά γράφτηκε η ιστορία.
Πέρασε ανάμεσα από τοιχία
μέσα απ’ τις σπείρες του κοχλία.
Κι αν όλα έγιναν λάσπη αργίλου και το τοπίο μοιάζει αγνώριστο
η διήγηση των επαναλαμβανόμενων ήχων
μας θυμίζει το μακρινό εκείνο τραγούδι
των χειρονομιών.

Σοφία Περδίκη

 

u03A4u039F u039Cu0391u039Au03A1u0399u039Du039F u03A4u03A1u0391u0393u039Fu03A5u0394u0399