ΤΑ ΜΩΒ ΘΗΛΥΚΑ

Είμαστε περιορισμένες
σε κελύφη από δέρμα πορώδες
σκληρυμένο στη βροχή και τ’ αλάτι.

Στο εσωτερικό τους
ρόζοι κρέμονται
και μας φωτίζουν
με το πηγμένο τους αίμα
στον ασκό μας που μοιάζει παλάτι
πάλλεται η ζωή
έχει απροσδιόριστο σχήμα
ζύμης που πλάθουμε με χέρια ζεστά
καθώς μάθαμε πως μόνο η αφή
δεν μας ξεγελά.
Έχουμε μια καρδιά μεγάλη
στήθη γαλακτερά και στόματα
σφραγισμένα
από το αιώνιο μειδίαμα.

Είμαστε τα μωβ θηλυκά.
Φορούμε την προβιά μας
μ’ επιμέλεια τα πρωινά
και τις νύχτες γδυνόμαστε
κάτω από τον προβολέα
που με τη ζέση του μας εξάπτει
γινόμαστε θερμές πορτοκαλί
τα χείλη μας λεν την προσευχή
οι μήτρες μας φλογίζονται
κατ’ επανάληψη
την ώρα που γεννάμε μ’ έναν πόνο
όνειρα αποκαλυπτικά.

Είμαστε οι γυναίκες
που ζούμε
κλεισμένες ερμητικά
μέσα στο δικό τους ποίημα.

Σοφία Περδίκη

Pablo Picasso. Two naked feminine and woman head, 1933

photo: Pablo Picasso. Two naked feminine and woman head, 1933

Advertisements

ΤΟ ΦΙΛΙ

Βρεθήκαμε ανάμεσα σε δύο ισημερίες.
Σταθήκαμε βουβοί.
Υποκριθήκαμε πως ήμασταν
ο καθένας μια άυλη στήλη
συγκεντρώσαμε ύστερα 
τα σκόρπια σώματά μας
κομμάτι κομμάτι 
αργά, να μη μας πάρει χαμπάρι
της πύλης το τσακάλι που αλυχτάει.

Τα σμιλέψαμε
με της ηδονής τη γλυπτική 
κι ανακαλέσαμε την πρώτη μας ζωή.
Κάτω απ’ του ήλιου το σκαλοπάτι
το κέντρο μας ψάξαμε 
με δάχτυλα αναστημένα 
και σπείραμε γύρω μας
στη λιγοστή και στέρφα γη
σπόρους γερούς
που θα γεννούσαν κέδρους
αήτητους στους κεραυνούς.

Με φως στα χείλη δώσαμε
το φιλί που δεν αμφιβάλλει.
Σοφία Περδίκη

φιλί

ΉΘΕΛΕ Ν’ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΠΟΥ

Ήθελε ν’ ανήκει κάπου.
Στη λέσχη των καταραμένων επαιτών
ν’ αφήνει το αίμα του σε μπακιρένια τάσια
στη σκιά των δρακόντιων μέτρων
να ξιφομαχεί για μια χαμένη συλλαβή
στο σπίτι των απωλεσθέντων ποιημάτων
εκεί ν’ αναζητεί
την εκζήτηση κάτω από στοίβες σκόνη
ή ακόμη και σε μια φυλακή
αυτή των απενενοημένων βημάτων
προς την ελευθερία πάντα
να σκάβει λαγούμια
με χρυσό κουτάλι.

Ήθελε κάπου να βρει την κοινότητα.
Γινόταν είδωλο η κάθε πέτρα
πάνω της στηριζόταν
και κήρυττε μια νέα θρησκεία
με λατρεία πιπιλούσε βότσαλα
κάτω από τη γλώσσα
κι όπου έβλεπε κάποιον κύκλο ατελή
έψαχνε στην περίμετρό του
κενό αν υπάρχει για να εισχωρήσει
και με μια φιγούρα στον αέρα
δεχόταν ακόμη και να τραγουδήσει!

Ήθελε τόσο πολύ
ν’ ανήκει κάπου
με πολλούς μαζί.

Σοφία Περδίκη

κατα φαντασίαν

ΟΙ ΚΑΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΝ ΑΦΑΝΕΙΣ

Οι κατά φαντασίαν αφανείς
κινούνται στις παρόδους
κρύβονται όπου βρουν στοά
κρατούν στα χέρια τους
χειρόγραφα
που τα λένε φέιγ βολάν
όταν τα πετάν
σε ανύποπτους χρόνους
και σε τόπους απορριματικούς.

Τους φανταζόμαστε ν’ ανασαίνουν
μόνο μέσα σε χαρτοπολτούς
κι ύστερα να κουλουριάζονται
όλοι σε μια γωνία
για να ζεσταθούν
με τ’ άοσμά τους χνώτα.

Συνήθως διαλύονται
πριν την πρώτη πρωινή
και ψάχνουν να βρουν μια στέγη
με θέα στο μέλλον
μα πάντα καταλήγουν
σ’ έναν ακάλυπτο
μ’ έναν φανοστάτη
στον άσπρο τοίχο να προβάλλει
τη μαύρη τους σκιά.

Οι κατά προσδοκίαν αχανείς
μονίμως περπατούν
στα στενά όρια
της μικρής μας πόλης
κλαυθμυρίζοντας συχνά
με χροιά φυγής.

Σοφία Περδίκη

Φωτοαφανείς

ΚΙΤΡΙΝΟ ΒΛΕΜΜΑ

Πυρωμένος καιρός
ήρθε κι εγκαταστάθηκε
στο χειμωνιάτικό μου σώμα.

Κατέβηκε από βουνό.
Κοντοστεκόταν για χρόνια
στο παραλιακό μου
μετωπιαίο οστό.
Απλώθηκε πρώτα στον κρόταφο
φλογίζοντας
σιγά σιγά το τύμπανο
που άρχισε έκτοτε να τυμπανίζει
ξεχαρβαλωμένους σκοπούς
ακούγοντας
το λάλημα για βρυχηθμό
ψιθύρους για κραυγές
την αρμονία για ορυμαγδό.
Ύστερα μου φλόγισε το στόμα
με λόγια λυβικά
που αφαιρούσαν από το στήθος
τον παγωμένο αέρα
και ρουφούσαν με απληστία
γλώσσα φωτιάς.

Αφότου εγκαταστάθηκε εντός μου
ο πυρακτωμένος καιρός
έγινα καπνός.
Άφησα στάχτες τα περασμένα
κι έχω αποκτήσει
ένα μονίμως
κίτρινο βλέμμα.

Σοφία Περδίκη

Σόλαρ

BLUE

Κάθε πρωί ξεθωριάζει 
το μπλε κάποιας ανάμνησης.
Από του κοβαλτίου την άμμο 
χαλίκι δεν μένει στη γλώσσα μου
παρά μια λέξη λευκασμένη.
Σφουγγίζω την υγρή ζωή
με το ‘να χέρι
και με τ’ άλλο νίβω
τα νοήματα 
αφαιρώ από τα πρόσωπα 
τα μωβ τους στίγματα 
εκείνα τα εναπομείναντα 
υπολείμματα από τα λάμδα 
όταν προφέρονται βαριά 
μέσα στη λησμονιά ή τη νοσταλγία.
Αυτό που απομένει κάθε πρωί 
είναι μια μελαγχολική ούλτρα Μαρίνα 
σε ένα σκαρί που το έφαγε το κύμα 
κι ένας αστερίας θαλασσί 
να βυζαίνει το αλάτι.

Σοφία Περδίκη

Pablo Picasso

Pablo Picasso

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

Έχουμε έρθει από μια εικόνα παλιά 
βαμμένοι στου χρόνου τη σέπια.
Κουβαλάμε μπαγάζια από δέρμα.
Οι μνήμες μας εξέχουν κομμάτια 
λινά υφάσματα 
στα σημεία που δεν μπόρεσε 
να κλείσει καλά η βαλίτσα.
Έχουμε για φτερά στους ώμους μας
τα μικρά παιδιά που υπήρξαμε 
τόσο κουρασμένα ακολουθώντας 
των μεγάλων το πέταγμα.

Και προχωράμε.
Τα μάτια μας ημίκλειστα.
Στ’ αυτιά μας κρεμασμένοι οι ήχοι 
απ’ τα τραγούδια που αντηχούσαν
στα βουνά κι η σφαίρα του Αέρα 
μας δένει ακόμα τα πόδια.
Φέρνουμε μαζί μας
απειροελάχιστα αστραφτερά 
πετρώματα απ’ τα περασμένα 
μια καρφίτσα στο πέτο για πυξίδα 
αναβοσβήνει
στο κέντρο της τ’ αστέρι.
Στη γλώσσα μας λιώνει αργά 
η γεύση που μας άφησε
το μέλι και το γάλα
καραμέλα που ξεγελάει
της καμένης δάφνης την πίκρα.

Και προχωράμε.
Με μια μικρή
αλάτινη θλίψη στα τσίνορα 
στα χείλη κρεμασμένο
το δεντρολίβανο
και στα μαλλιά δεμένη πλεξούδα 
την προδομένη ανεμελιά.

Σοφία Περδίκη

Μέτσοβο

Μέτσοβο

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ

Μια βόλτα στο σώμα σου
με δυο άλογα
που θα καλπάσουν
ξεκινώντας
από την πρώτη κατοικία
την κόκκινη βίλα
που γέμιζε η στάθμη της
με υγρό γλυκό
κι έβαζες το δάχτυλο
στο στόμα
είχες τα μάτια ορθάνοιχτα
μάτια περισκόπια
έβλεπαν τα μεθεόρτια
της καρδιάς
που θα επισκέπτονταν
αργότερα
όταν θα έφταναν
στην κατάλληλη ηλικία.
Όλοι οι ήχοι εκείνοι
που έβγαιναν απ’ τον λαιμό
ήχοι μικροί
από γλέντια Μεγάλων
απορροφήθηκαν στο αίμα
κρατούνε το ίσο ακόμα
μέσα στο δικό σου σώμα.

Σου προτείνω
να ξεδιψάσεις τα άλογα
όταν θα τα δεις κουρασμένα
σ’ αυτήν την κρυμμένη σου στέρνα.
Και σαν θα’ χουν κάνει
τη μεγάλη βόλτα
στου κορμιού τα σωθικά
στη θάλασσά σου που βραδιάζει
και παίρνει ένα χρώμα ρουμπινί
όπως το κρασί
να τ’ αφήσεις ελεύθερα.

Σοφία Περδίκη

photo: Leοnora Carrington, «Self-Portrait,» 1938.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ

Η γυναίκα ετοιμάστηκε για την έξοδο.
Το μολύβι είχε διαγράψει την έλλειψη στα μάτια
είχε βάψει τα χείλη με το χρώμα απ’ το δείλι
– στην πιο σκληρή του απόχρωση –
φόραγε τις υψηλές προκλήσεις
μέχρι επάνω στους μηρούς
την αγκάλιαζε το μαύρο δίχτυ.

Τυλίχτηκε μετά το σάλι της ανίας
κι η ρυτίδα της νύχτας
που την αυλάκωνε όλο και πιο βαθιά
κρύφτηκε μέσα στη σκιά.
Εκείνη η κηλίδα στην παρειά
καλύφθηκε με επιμέλεια
από χέρι -θα ‘λεγες – τεχνίτη
πριν την Αναγέννηση
στο βλέμμα μόνο δεν μπόρεσε να σβήσει
τα ίχνη του πυρετού
που τριγύριζε εκεί προ πολλού
σαν κίτρινη επίκληση.
Έριξε το κεφάλι της στο πλάι
μ’ αυτήν την κλίση που όλους τους ξεγελάει
κι άφησε μια πινελιά γεμάτη φωτεινότητα
ανάμεσα στα στήθη
μια υπόσχεση στο σχήμα του λωτού
αρέσει πάντα όταν κρύβεται στις πέρλες
δυο σειρές περάστηκαν
στη βάση του λαιμού
ο ιδρώτας την έλουζε
με την πατίνα του Χρόνου
ένα άρωμα μεθυστικό
-για ειδικό κοινό –
Ήταν έτοιμη για τη Μεγάλη Έξοδο.
Η γυναίκα η ταμένη στο γαλάζιο.

Άφησε φεύγοντας πίσω της
μόνο ένα απειλητικό
στον εχέμυθο καθρέφτη της
σινιάλο.

Σοφία Περδίκη

photo: Gena Rowlands in Faces • Directed by John Cassavetes, 1968

ΜΙΛΗΣΑ

Μίλησα
για τις μέρες εκείνες
τις ριγμένες στο κενό
με τα μαλλιά τους υγρά
νοτισμένα από της πτώσης
την εναιώρηση
μέσα σε σύννεφα καπνού
που τέντωναν τη μέση τους
κάνοντας νωρίς κάθε πρωί
μιαν ιλιγγιώδη ανακυβίστηση
ένα ταξίδι ως τον ήλιο
με τη λεκάνη γέφυρα
που τη διέσχιζαν ακτινωτές
προφάσεις
και τα χέρια παραπήγματα
γερά επιχειρήματα μπηγμένα
στου εδάφους το οδόστρωμα.

Έστρεψα την προσοχή
στις εκφράσεις εκείνες
που κολλούν στις τέσσερις γωνίες
ενός κόσμου ρευστού
λόγια που τ’ αναμασούν τα στόματα
προσφέροντας στις έριδες τα βράδια
νοσήλια από ιαματικές πηγές.

Σοφία Περδίκη